Λοιμώξεις

Λοίμωξη σημαίνει ότι ένας μεγάλος αριθμός μικροβίων (μικροοργανισμών) βρίσκεται σ’ ένα σημείο του οργανισμού, όπου φυσιολογικά δεν υπάρχουν και προκαλούν άμεσα ή έμμεσα, μέσω της τοξικότητάς τους, μια αντίδραση φλεγμονής που συνοδεύεται και από την αντίστοιχη κλινική εικόνα της εκάστοτε λοίμωξης. Για τους πιο περισσότερους ιστούς ο κρίσιμος αριθμός των μικροβίων για την πρόκληση λοίμωξης είναι 1.000.000 ανά κυβικό χιλιοστό ιστού.

Μικροοργανισμοί ή μικρόβια νοούνται εκείνοι οι οργανισμοί από τους οποίους οι περισσότεροι είναι μονοκύτταροι, αόρατοι με γυμνό οφθαλμό και ορατοί με μικροσκόπιο. Οι μικροοργανισμοί διαιρούνται σε τέσσερις ομάδες: Βακτήρια, ιοί, πρωτόζωα, μύκητες.

Τα βακτήρια είναι μικροοργανισμοί πολύ μικροί για να γίνουν ορατοί με γυμνό μάτι. Αν και βρίσκονται παντού γύρω μας, η παρουσία τους δε γίνεται άμεσα αντιληπτή. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο άνθρωπος έχει αναπτύξει αμυντικούς μηχανισμούς ώστε η συμβίωσή του με τα βακτήρια να μην είναι καταστροφική.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των βακτηρίων δεν είναι επιβλαβές για τον άνθρωπο. Επιβλαβής αντίθετα είναι η ανάπτυξή τους σε σημεία όπου φυσιολογικά δεν ανευρίσκονται (αίμα, εγκέφαλος, καρδιά, πνεύμονες κ.α). Στην περίπτωση αυτή, ο οργανισμός μας κινητοποιεί αμυντικούς μηχανισμούς έναντι των βακτηρίων, προκαλώντας μια συστηματική αντίδραση που ονομάζεται λοίμωξη.

Οι λοιμώξεις χαρακτηρίζονται από το όργανο που προσβάλλεται σε κάθε περίπτωση. Έτσι διακρίνονται, για παράδειγμα, σε λοιμώξεις του αναπνευστικού, όταν το προσβαλλόμενο όργανο είναι ο ρινοφάρυγγας ή οι πνεύμονες, λοιμώξεις του ουροποιητικού όταν το προσβαλλόμενο όργανο είναι ουροδόχος κύστη ή οι νεφροί κ.α. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για το είδος των βακτηρίων που προκαλούν τη λοίμωξη, τη βαρύτητα της λοίμωξης και την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

Ωστόσο όπως αναφέρθηκε  δεν είναι μόνο τα βακτήρια υπεύθυνα για την εκδήλωση μιας λοίμωξης στον άνθρωπο. Άλλοι μικροοργανισμοί που μπορούν να προκαλέσουν λοίμωξη είναι: οι ιοί, οι μύκητες και τα πρωτόζωα/ παράσιτα. Στην περίπτωση αυτή οι λοιμώξεις διαχωρίζονται σε ιογενείς, μυκητιασικές και παρασιτικές αντίστοιχα.

Οι ιοί χαρακτηρίζονται από το μικρό τους μέγεθος, την απλή κατασκευή τους και από το γεγονός ότι μπορούν να επιβιώνουν μόνο στο εσωτερικό άλλων κυττάρων. Η μόλυνση του κυττάρου από έναν ιό έχει ως αποτέλεσμα, είτε την παραμονή του ιού σε αυτό, είτε την τροποποίηση των λειτουργιών του ή τέλος το θάνατό του.

Παραδείγματα λοιμώξεων που προκαλούνται από ιούς στον άνθρωπο είναι το κοινό κρυολόγημα, η γρίπη, ο έρπης, η ανεμοβλογιά, ορισμένες μορφές ηπατίτιδας κ.α. Ο ιός του HIV που ευθύνεται για τη νόσο του AIDS, αποτελεί άλλη μια περίπτωση ιογενούς λοίμωξης.

Οι ιοί δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία με αντιβιοτικά. Η αντιμετώπισή τους περιλαμβάνει υποστηρικτικά μέτρα, όπως για παράδειγμα στο κοινό κρυολόγημα (ανάπαυση, ενυδάτωση, λήψη αντιπυρετικών), αλλά και ειδικά φάρμακα (αντιικά), τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με την περίπτωση.

Μια ιογενής λοίμωξη μπορεί να μειώσει την άμυνα του οργανισμού, με συνέπεια η πιθανότητα για μια επιπρόσθετη βακτηριακή λοίμωξη να αυξάνει.

Οξεία Βρογχίτιδα

Η οξεία βρογχίτιδα είναι η φλεγμονή των μεγάλων πνευμονικών βρόγχων, που χαρακτηρίζεται από επίμονο βήχα με η χωρίς απόχρεμψη. Η διάρκεια των συμπτωμάτων ποικίλει (από μία έως τρείς εβδομάδες) και συνήθως αυτά υποστρέφουν χωρίς ειδική θεραπεία.

Υπεύθυνοι είναι συνήθως οι ιοί (πχ. κοινό κρυολόγημα, γρίπη) ενώ κάποιες φορές υπεύθυνα είναι ορισμένα βακτήρια (Streptococcus pneumoniae, Haemophilous influenzae, Moraxhella catarrhalis, Mycoplasma pneumonia κ.α).

Η συχνότητα της νόσου είναι ιδιαίτερα αυξημένη κατά το τέλος του φθινοπώρου και τον χειμώνα.

Ποια είναι τα συμπτώματα

Ο βήχας με ή χωρίς πτύελα αποτελεί και το κυρίαρχο σύμπτωμα. Το χρώμα των πτυέλων μπορεί να είναι διαυγές, ή να έχει κιτρινωπή ή πράσινη χροιά.

Ο πονοκέφαλος, ο πονόλαιμος και το συνάχι συνήθως προηγούνται του βήχα.

Ο πυρετός σπάνια αποτελεί εκδήλωση της νόσου και η παρουσία του υποκρύπτει είτε γρίπη είτε πνευμονία.

Πως γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση τίθεται κυρίως από το ιστορικό και την κλινική  εξέταση. Η διάρκεια του βήχα (>5 ημέρες) και η απουσία κλινικών ευρημάτων (πυρετός, ταχύπνοια) αρκούν συνήθως για να θέσουν τη διάγνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί ακτινογραφία θώρακος και εξέταση αίματος, προκειμένου να αποκλειστούν άλλες λοιμώξεις (πχ πνευμονία).

Ποια είναι η θεραπεία

Η οξεία βρογχίτιδα είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενο νόσημα με διάρκεια 1 έως 3 εβδομάδες. Η αντιμετώπιση είναι κυρίως συμπτωματική και εστιάζεται στην σωστή ενυδάτωση, στη χρήση αναλγητικών και στην αντιμετώπιση του βήχα. Όταν η οξεία βρογχίτιδα οφείλεται σε βακτηριακή νόσο όπως ο κοκκύτης, η αντιμετώπιση της γίνεται με αντιβιοτικά. Όταν οφείλεται σε γρίπη, η αντιμετώπιση της γίνεται με αντιικά φάρμακα. Σε κάθε περίπτωση, η χορήγηση ειδικής θεραπείας χορηγείται από το θεράποντα ιατρό.

 

Φαρυγγίτιδα/Αμυγδαλίτιδα

Η Φαρυγγίτιδα και η Αμυγδαλίτιδα, δηλαδή η φλεγμονή του φάρυγγα και των αμυγδαλών, αποτελούν τις συχνότερες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού. Διάφοροι ιοί και βακτήρια ευθύνονται για την πλειονότητα των περιστατικών, με τους ιούς να κατέχουν τον πρωτεύοντα ρόλο.

Η φαρυγγίτιδα συνήθως συνοδεύεται από την αμυγδαλίτιδα και τότε μιλάμε για φαρυγγοαμυγδαλίτιδα.

Η συχνότητα της νόσου κορυφώνεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα και νωρίς την άνοιξη, τις εποχές δηλαδή όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε κλειστούς και ανεπαρκώς αεριζόμενους χώρους.

Τόσο η φαρυγγίτιδα όσο και η αμυγδαλίτιδα που οφείλονται σε ιούς είναι νοσήματα συνήθως αυτοπεριοριζόμενα  και διαρκούν λίγες ημέρες.

Σε αντίθεση με τους ενήλικες, στα παιδιά τόσο η φαρυγγίτιδα όσο και η αμυγδαλίτιδα προκαλούνται κυρίως από βακτήρια (β αιμολυτικός στρεπτόκοκκος της ομάδας Α) και συνήθως συνοδεύονται από πυρετό. Στην περίπτωση αυτή για την αντιμετώπισή τους επιβάλλεται τη χορήγηση κατάλληλης αντιβιοτικής αγωγής.

Ποια είναι τα συμπτώματα

Όταν ο αιτιολογικός παράγοντας είναι τα βακτήρια τότε κυριότερα συμπτώματα είναι ο πονόλαιμός, η δυσκαταποσία, ο πυρετός και η διόγκωση των τραχηλικών λεμφαδένων. Στην ιογενή λοίμωξη κυριότερα συμπτώματα αποτελούν η κεφαλαλγία, το συνάχι και ο βήχας.

Πως γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση στηρίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση και σε ειδικές μικροβιολογικές διαγνωστικές δοκιμασίες.

Ποια είναι η θεραπεία

Αντιβιοτική αγωγή επιβάλλεται να χορηγηθεί μόνο όταν υπάρχει κλινική υποψία βακτηριακής λοίμωξης.

Καθώς οι περισσότερες λοιμώξεις του φάρυγγα και των αμυγδαλών έχουν ιογενή αιτιολογία, η αντιμετώπισή τους περιλαμβάνει συνήθως τη λήψη συντηρητικών μέτρων, όπως την κατάλληλη ενυδάτωση, την εφύγρανση του αέρα και την χρήση τοπικών αντισηπτικών. Αντιβιοτική αγωγή επιβάλλεται να χορηγηθεί μόνο όταν υπάρχει κλινική υποψία βακτηριακής λοίμωξης.

 

Παραρρινοκολπίτιδα

Πρόκειται για τη φλεγμονή της ρινικής κοιλότητας και των παραρρίνιων κόλπων. Διακρίνεται σε οξεία όταν η διάρκεια των συμπτωμάτων είναι μικρότερη από 4 εβδομάδες και χρόνια όταν τα συμπτώματα επιμένουν για περισσότερο από 12 εβδομάδες.

Η οξεία παραρινοκολπίτιδα έχει ως κύριο αίτιο τους ιούς που μολύνουν την ανώτερη αναπνευστική οδό (ιός  της γρίπης, ιός του κοινού   κρυολογήματος), ενώ ένα μικρό ποσοστό οφείλεται σε βακτήρια (Streptococcus pneumoniae, Haemophilus influenzae, Moraxhella catharrhalis). Η χρόνια παραρρινοκολπίτιδα οφείλεται σε πολλούς παράγοντες με τους ιούς και τα βακτήρια να έχουν δευτερεύοντα ρόλο.

Ποια είναι τα συμπτώματα

Τα συμπτώματα της ιογενούς και της βακτηριακής παραρρινοκολπίτιδας είναι παρόμοια. Μερικά από αυτά είναι η ρινική συμφόρηση, το συνάχι με πυώδη απόχρεμψη και το άλγος στο πρόσωπο και στο αυτί με αίσθημα πίεσης. Πυρετός, κόπωση και κεφαλαγία μπορεί να συνοδεύουν τη νόσο. Ο βήχας συνήθως είναι επίμονος και μπορεί να συγχέεται με αλλεργικό άσθμα.

Πως γίνεται η διάγνωση

Το ιστορικό και η κλινική εξέταση συνήθως αρκούν για να θέσουν τη διάγνωση. Ειδικές εξετάσεις όπως η οπίσθια ρινοσκόπηση, η ακτινογραφία και η αξονική τομογραφία του σπλαχνικού κρανίου  απαιτούνται σε επιμονή των συμπτωμάτων. Σε κάθε περίπτωση ενδεικτικό βακτηριακής λοίμωξης είναι η διάρκεια των συμπτωμάτων, η οποία συνήθως υπερβαίνει τις 10 ημέρες, ενώ στις ιογενείς δε ξεπερνά τις 10 ημέρες.

Ποια είναι η θεραπεία

Η παρακολούθηση των συμπτωμάτων και η αντιμετώπισή τους με συντηρητικά μέτρα (αναλγητικά, αντιπυρετικά, πλύσεις με φυσιολογικό ορό και ενδορινική έγχυση κορτιζόνης) αποτελεί και την κύρια θεραπεία. Η χορήγηση αντιβιοτικών συνίσταται σε βαρύτερες καταστάσεις οξείας παραρρινοκολπίτιδας και σε εκείνες που τα συμπτώματα δεν υποχωρούν εντός 10 ημερών. Για να καθοριστεί ο παθογόνος μικροοργανισμός που προκαλεί τη λοίμωξη καθώς και η ευαισθησία του στην αντιβίωση, πρέπει να γίνουν κατάλληλες μικροβιολογικές εξετάσεις.

 

Πνευμονία

Είναι η οξεία φλεγμονή των πνευμόνων και συμβαίνει όταν κάποιος λοιμογόνος παράγοντας (βακτήρια, ιοί) προσβάλλει τον πνεύμονα, προκαλώντας συμπτώματα από το αναπνευστικό.

Η πνευμονία είναι μία από τις κυριότερες αιτίες θνητότητας στον κόσμο.

Συχνότερα αίτια της πνευμονίας αποτελούν τα βακτήρια (Streptococcus pneumonia, Mycoplasma pneumonia, Staphylococcus aureus, Haemophillus influenzae) και ακολουθούν οι ιοί (ιός της γρίπης, αναπνευστικός συγκητιακός ιός, αδενοιοί κ.α).

Ποια είναι τα συμπτώματα

Τα  κύρια συμπτώματα αποτελούν ο βήχας (παραγωγικός ή μη), ο πυρετός (συνήθως υψηλός) με ή χωρίς ρίγος, η δύσπνοια, η ταχύπνοια, η σύγχυση και σε μερικές περιπτώσεις η ύπαρξη θωρακαλγίας.

Πως γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση της πνευμονίας απαιτεί τη λήψη καλού ιστορικού, τη φυσική εξέταση (ιδιαίτερα την ακρόαση των πνευμόνων), την ακτινογραφία θώρακος, την γενική εξέταση αίματος, για να διαπιστωθεί η αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων καθώς και ο τύπος αυτών, κάποιες βιοχημικές εξετάσεις που θα αναδείξουν την ύπαρξη φλεγμονής (π.χ TKE CRP ποσοτική) και τέλος την εκτέλεση ειδικών μικροβιολογικών εξετάσεων που πιθανώς θα αναδείξουν τον παθογόνο μικροοργανισμό.

Ποια είναι η θεραπεία

Εφόσον η πνευμονία οφείλεται σε βακτήριο, ο θεράπων ιατρός θα χορηγήσει αντιβίωση αμέσως ακόμη και με την υποψία ύπαρξης της νόσου.

Η ιογενής πνευμονία χρήζει τη λήψη αντιικών φαρμάκων. Στην περίπτωση αυτή η χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής μπορεί να προφυλάξει από βακτηριακή επιλοίμωξη.

Για την πρόληψη της πνευμονίας συστήνεται η τήρηση των κανόνων υγιεινής (πχ συχνό πλύσιμο των χεριών, καλός αερισμός των κλειστών χώρων κ.τ.λ) , ο εμβολιασμός έναντι του πνευμονιόκοκκου, που αποτελεί και το συχνότερο αίτιο πνευμονίας στην κοινότητα (όποτε αυτός συστήνεται από τον γιατρό), η διακοπή του καπνίσματος και γενικότερα η διατήρηση του ανοσοποιητικού συστήματος μέσω της υγιεινής διατροφής, της άσκησης και του καλού ύπνου.

 

Λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος

Οι λοιμώξεις του  ουροποιητικού  συστήματος χωρίζονται σε λοιμώξεις ανώτερου (πχ πυελονεφρίτιδα) και κατώτερου ουροποιητικού (πχ κυστίτιδα). Βασική διαφορά μεταξύ των δύο είναι ο πυρετός. Η πυελονεφρίτιδα εκδηλώνεται συνήθως με υψηλό πυρετό με συνοδό ρίγος, ενώ στην κυστίτιδα ο πυρετός αποτελεί σπάνια κλινική εκδήλωση. Και στις δύο περιπτώσεις οι παθογόνοι μικροοργανισμοί είναι οι ίδιοι, με το κολοβακτηρίδιο (E.Coli) να προκαλεί το 85-90% των λοιμώξεων του ουροποιητικού.

Οξεία κυστίτιδα είναι η λοίμωξη της ουροδόχου κύστεως. Η μόλυνση ακολουθεί ανιούσα πορεία και συνήθως αφετηρία είναι η ουρήθρα. Η κυστίτιδα από ιούς είναι εξαιρετικά σπάνια και απαντάται συνήθως στα παιδιά.

Ο πόνος κατά την ούρηση, η συχνουρία, και το αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστης αποτελούν τα συχνότερα συμπτώματα. Η αιματουρία είναι ένα συχνό σύμπτωμα στις γυναίκες και παρατηρείται κάποιες φορές μετά τη σεξουαλική επαφή.

Η διάγνωση τίθεται από το ιστορικό, την απουσία πυρετού και τη γενική εξέταση των ούρων. Η καλλιέργεια των ούρων θα αναδείξει  τον παθογόνο μικροοργανισμό για να χορηγηθεί η κατάλληλη αντιβιωτική αγωγή.

Η βραχυχρόνια χρήση αντιβιοτικών συνήθως είναι επαρκής στην αντιμετώπιση της κυστίτιδας. Τα συμπτώματα αποδράμουν άμεσα μετά την έναρξη της αντιβακτηριακής αγωγής. Σε ορισμένες περιπτώσεις  η ενυδάτωση ίσως αρκεί για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Η οξεία πυελονεφρίτιδα περιλαμβάνει τη φλεγμονή των νεφρών και εκδηλώνεται συνήθως με υψηλό πυρετό. Η λοίμωξη συνήθως ξεκινά από το κατώτερο ουροποιητικό.

Πέρα από τον πυρετό, ο πόνος στη μέση, το ρίγος και η έντονη επιθυμία για ούρηση αποτελούν τα συχνότερα συμπτώματα. Οι έμετοι και η διάρροια είναι και αυτά συχνά συμπτώματα της πυελονεφρίτιδας.

Η οξεία πυελονεφρίτιδα οδηγεί συνήθως τον ασθενή στην αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Ο ιατρός θα ελέγξει ορισμένες παραμέτρους στο αίμα και στα ούρα και θα προβεί σε απεικόνιση των νεφρών, των ουρητήρων και της ουροδόχου κύστεως συνήθως με υπερηχογράφημα. Οι καλλιέργειες αίματος και ούρων μπορεί να αποκαλύψουν τον παθογόνο μικροοργανισμό.

Η χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής κρίνεται απαραίτητη για την αντιμετώπιση της οξείας πυελονεφρίτιδας ενώ συχνά θα χρειαστεί και νοσηλεία για ενδοφλέβια χορήγηση της θεραπείας. Η διάρκεια της θεραπείας είναι συνήθως 14 ημέρες, ενώ ανταπόκριση στη θεραπεία αναμένεται από τα πρώτα δύο 24-ωρα. Η επιμονή των συμπτωμάτων και κυρίως του πυρετού πρέπει να επανελέγχεται πάντα από τον θεράποντα ιατρό.

 

Δερματικές Λοιμώξεις

Οι κυριότερες δερματικές λοιμώξεις που οφείλονται σε βακτήρια είναι η κυτταρίτιδα, ο ερισύπελας και το δερματικό απόστημα. Στην κυτταρίτιδα, η φλεγμονή μπορεί να προσβάλει όλες τις στοιβάδες του δέρματος ενώ στο ερυσίπελα μόνο ένα τμήμα αυτών. Η είσοδος των βακτηρίων επιτυγχάνεται μετά από τη λύση της συνέχειας του δέρματος κυρίως μέσω τραυματισμών. Η συλλογή πύου μέσα στις στοιβάδες του δέρματος ή κάτω από αυτό, ορίζεται ως δερματικό απόστημα.

Η κυτταρίτιδα παρατηρείται συνήθως σε ηλικιωμένα άτομα, ενώ ο ερυσίπελας σε νέους και ηλικιωμένους. Το δερματικό απόστημα μπορεί να προσβάλει και  υγιείς ενήλικες. Σε κάθε περίπτωση έχει βρεθεί ότι ορισμένοι παράγοντες ευοδώνουν την ανάπτυξη δερματικών λοιμώξεων. Μερικοί από αυτούς είναι το οίδημα, τα εγκαύματα, διάφοροι τραυματισμοί, τσιμπήματα από έντομα, η παχυσαρκία και η μειωμένη δραστηριότητα της άμυνας του οργανισμού λόγω διαφόρων παθήσεων.

Τα συχνότερα βακτήρια που ενοχοποιούνται για τις δερματικές λοιμώξεις είναι: Staphylococcus aureus και οι β- αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι.

Η κλινική εικόνα χαρακτηρίζεται από οίδημα, ερυθρότητα και πόνο. Γενικά συμπτώματα όπως ο πυρετός με ή χωρίς ρίγος, η αδυναμία και η καταβολή μπορεί να συνοδεύουν την εμφάνιση του ερυσίπελα και της κυτταρίτιδας. Στην περίπτωση που η νόσος επιπλακεί μπορεί να συνοδεύεται από συστηματικές εκδηλώσεις όπως υπόταση, ταχυκαρδία, ταχύπνοια και υψηλό πυρετό.

Η διάγνωση των δερματικών λοιμώξεων βασίζεται κυρίως στην κλινική τους εικόνα. Η γενική εξέταση αίματος και ο βιοχημικός έλεγχος μπορεί να αναδείξει παθολογικά ευρήματα τα οποία θα αξιολογηθούν από το θεράποντα ιατρό. Παράλληλα, το υπερηχογράφημα στην πάσχουσα περιοχή θα αναδείξει με μεγάλη ευαισθησία το οίδημα και τυχόν υπάρχουσες συλλογές.

Η αντιμετώπιση των βακτηριακών δερματικών λοιμώξεων απαιτεί τη χορήγηση αντιβιοτικών φαρμάκων. Η ύπαρξη αποστήματος συνήθως απαιτεί τόσο τη χορήγηση αντιβιοτικών όσο και την παροχέτευση/διάνοιξη αυτού.