Δυσλιπιδαιμία

Με τον όρο δυσλιπιδαιμία, όρος ο οποίος αντικατέστησε τον παλιό ορισμό «υπερλιπιδαιμία», εννοούμε τις ποσοτικές και ποιοτικές διαταραχές του μεταβολισμού των λιπιδίων του ανθρώπινου οργανισμού.

Τους κύριους εκπροσώπους των λιπιδίων του ανθρώπινου οργανισμού αποτελούν η χοληστερόλη (ολική χοληστερίλη, LDL και HDL) και τα τριγλυκερίδια. Οι δύο αυτές ουσίες, οι οποίες συντίθονται στο ήπαρ, αποτελούν απαραίτητα δομικά συστατικά των ανθρώπινων κυττάρων, διότι συμμετέχουν στον σχηματισμό των ορμονών και προσδίδουν στον οργανισμό ενέργεια, η οποία είναι απαραίτητη για να επιτελέσει τις λειτουργίες του. Άρα τα λιπίδια είναι απαραίτητα για την σωστή λειτουργία του οργανισμού μας και ο όρος «λίπος» δεν πρέπει να έχει πάντα αρνητική απήχηση στην κοινωνία μας. Προσοχή χρειάζεται στην υπερβολική κατανάλωση λίπους και στο είδος του λίπους που καταναλώνουμε. Η LDL (υπολογισμός LDL = ολική χοληστερόλη – HDL- τριγλυκερίδια/5) αποτελεί την λεγόμενη «κακή» χοληστερόλη της οποίας τα επίπεδα πρέπει να παραμένουν χαμηλά, γιατί η αύξησή αυτής της παραμέτρου είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία καρδιαγγειακών επιπλοκών με κύριους εκπροσώπους την στεφανιαία νόσο και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. Αντίθετα η HDL αποτελεί την λεγόμενη «καλή» χοληστερόλη, της οποίας τα επίπεδα πρέπει να παραμένουν υψηλά >50 , διότι τα επίπεδα αυτά ασκούν ευεργετική δράση στην δημιουργία καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η δυσλιπιδαιμία διακρίνεται σε πρωτοπαθή όταν είναι γονιδιακής (κληρονομικής) αιτιολογίας και σε δευτεροπαθή η οποία είναι απότοκος άλλων παθολογικών καταστάσεων ή και κακής διατροφής καθώς και στην έλλειψη άσκησης. Επίσης ανάλογα με την προεξάρχουσα διαταραχή, δηλαδή ποιο είδος λιπιδίων είναι αυξημένο, διακρίνεται σε υπερχοληστερολαιμία (αύξηση της χοληστερόλης), υπερτριγλυκεριδαιμία (αύξηση των τριγλυκεριδίων) και μικτή δυσλιπιδαιμία (αύξηση χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων). Οι πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες είναι σπανιότερες από τις δευτεροπαθείς, χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαταραχές των λιπιδίων και εμφανίζονται σε νεαρότερη ηλικία σε σχέση με τις δευτεροπαθείς μορφές. Οι πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες είναι σε σημαντικό βαθμό υπεύθυνες για την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αιφνίδιος θάνατος και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια) σε νεαρές ηλικιακά πληθυσμιακές ομάδες (3η και 4η δεκαετία ζωής).Οι δευτεροπαθείς δυσλιπιδαιμίες σχετίζονται κυρίως με κακές υγειονοδιαιτητικές συνθήκες, καθιστική ζωή, λήψη διαφόρων φαρμάκων, κατάχρηση αλκοόλ καθώς και με άλλα συνοδά νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, ο υποθυροειδισμός, το νεφρωσικό σύνδρομο, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, και η παχυσαρκία.

Συμπτώματα

Η δυσλιπιδαιμία επειδή δεν προκαλεί συμπτώματα έχει χαρακτηριστεί ως ύπουλη και αθόρυβη διαταραχή διότι προσβάλει το τοίχωμα των αγγείων προκαλώντας  τις λεγόμενες αθηρωματικές πλάκες, οι οποίες στενεύουν τον αυλό του αγγείου, γεγονός που έχει σαν συνέπεια την μειωμένη παροχή αίματος στα διάφορα ζωτικά όργανα (καρδιά, εγκέφαλος, νεφρά, πεπτικό) και στην συνέχεια την κλινική εκδήλωση της ισχαιμίας που μεταφράζεται σε καρδιαγγειακή κλινική οντότητα  π.χ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και  περιφερική αρτηριακή νόσο. Σε κάποιες περιπτώσεις όπου τα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα είναι πολύ αυξημένα (κυρίως στις πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες) παρατηρούμε αθροίσεις λιπιδίων  στο δέρμα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τα λεγόμενα ξανθελάσματα στα βλέφαρα, τα ξανθώματα στους τένοντες καθώς και τη δημιουργία γεροντότοξου στην περιοχή της ίριδας των  οφθαλμών. Επίσης όταν το επίπεδο των τριγλυκεριδίων του αίματος είναι πολύ αυξημένο μπορεί να προκληθεί οξεία παγκρεατίτιδα.

Διάγνωση

Η διάγνωση της δυσλιπιδαιμίας τίθεται από μια απλή εξέταση αίματος, εφόσον έχει προηγηθεί νηστεία 10-12 ωρών αφού όπως προαναφέρθηκε η δυσλιπιδαιμία στερείται συμπτωματολογίας. Κατά την εξέταση αίματος υπολογίζουμε την τιμή της ολικής χοληστερόλης, την HDL την LDL και τα τριγλυκερίδια. Στόχος της ιατρικής κοινότητας σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η μείωση της τιμής και των τεσσάρων παραμέτρων αλλά κυρίως της LDL, μιας και έχει βρεθεί από ιατρικές μελέτες που έχουν διεξαχθεί, ότι η ρύθμιση της συγκεκριμένης παραμέτρου αποτελεί των ακρογωνιαίο λίθο για την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Τα φυσιολογικά όρια των λιπιδίων ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την ύπαρξη ή όχι άλλων παθήσεων που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, όπως υπέρταση, κάπνισμα, ηλικία (άνδρας >45, γυναίκα >55 ετών ), χαμηλά επίπεδα HDL<40, ύπαρξη συγγενή πρώτου βαθμού με εκδήλωση στεφανιαίας νόσου σε σχετικά μικρή ηλικία.

Για όλον τον πληθυσμό ανεξάρτητα από τον καρδιαγγειακό κίνδυνο υπάρχει δυσλιπιδαιμία  όταν :

  • HDL <40 (άνδρες ) <50(γυναίκες)
  • τριγλυκερίδια >150
  • τα επίπεδα LDL ποικίλουν ανάλογα με την πληθυσμιακή ομάδα που ανήκει το κάθε άτομο.
  • άτομα με 0 παράγοντες κινδύνου τιμή LDL >160 θεωρείται παθολογική.
  • άτομα με 2 ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου LDL >130 θεωρείται παθολογική
  • άτομα με σακχαρώδη διαβήτη και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο LDL >100 είναι παθολογική
  • άτομα με εγκατεστημένη στεφανιαία νόσο τιμή LDL >70 θεωρείται παθολογική.

Θεραπεία δυσλιπιδαιμίας

Η θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας είναι  ολιστική και πολυεπίπεδη.

Ακρογωνιαίο λίθο στην αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας αποτελεί η υγιεινοδιαιτητική αγωγή και η αερόβια άσκηση. Η δίαιτα πρέπει να είναι πτωχή σε ζωικά λίπη και trans λιπαρά οξέα αλλά πλούσια σε φυτικές ίνες, φρούτα και λαχανικά. Συστήνεται η κατανάλωση άσπρου κρέατος (κοτόπουλου, γαλοπούλας) αντί κόκκινου, η αποφυγή τηγανιτών φαγητών καθώς και χρήση ελαιόλαδου αντί σπορέλαιων. Τέλος η κατανάλωση τροφών εμπλουτισμένων με φυτικές στερόλες/στανόλες αναμένεται να μειώσει την LDL κατά 10%. Όπως προαναφέρθηκε η άσκηση πρέπει να είναι αερόβια (περπάτημα, τρέξιμο, κολύμπι), καθημερινή ή τουλάχιστον 3-4 φορές εβδομαδιαίως και διάρκειας τουλάχιστον 30 λεπτών.

Συνίσταται επίσης μείωση του σωματικού βάρους (απώλεια 10% σε 6 μήνες) και ρύθμιση των άλλων  καρδιαγγειακών παραμέτρων  και νοσημάτων που συνυπάρχουν. Τέλος η  διακοπή του καπνίσματος, ο  περιορισμός της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών στο επιτρεπτό επίπεδο, η ρύθμιση της αρτηριακής  υπέρτασης, του σακχαρώδους διαβήτη, του υποθυρεοειδισμού όπου και εάν συνυπάρχουν, αποτελούν σημαντικά βήματα στην αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας.

Πέραν όμως των υγεινοδιαιτητικών μέτρων παρέμβασης, θεραπεία εκλογής για την αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας αποτελεί η χορήγηση αντιλιπιδαιμικών σκευασμάτων με κύριο εκπρόσωπο την κατηγορία των στατινών. Άλλα αντιλιπιδαιμικά φάρμακα αποτελούν οι φιμπράτες (κυρίως σε υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων), η κολεσεβαλάμη , η εζετιμίμπη καθώς και τα ω-3 λιπαρά οξέα. Είναι χρήσιμο να τονιστεί, ότι η χορήγηση και κατά συνέπεια η παρακολούθηση των ασθενών, τόσο όσον αφορά τις τυχόν παρενέργειες, όσο και  την ύπαρξη ή όχι της επιθυμητής επίτευξης του στόχου, διενεργείται αποκλειστικά από τον θεράποντα ιατρό. Αξίζει να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια  υπάρχουν  στην θεραπευτική μας φαρέτρα για την αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας και ενέσιμες θεραπευτικές αγωγές,  οι οποίες αποτελούν θεραπεία εκλογής για τους ασθενείς, που είτε δεν έχουν πετύχει το στόχο, είτε παρουσιάζουν δυσανεξία στα αντιλιπιδαιμικά δισκία.